- ἀλαώψ
- ἀλα-ώψ, blind
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
αλαώψ — ἀλαώψ ( ῶπος), ο, η (Μ) ο αλαωπός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλαός + ὤψ* «μάτι»] … Dictionary of Greek
αλαός — (alaus). Κολεόπτερα έντομα της οικογένειας των ελατηριδών. Έχουν σχετικά μεγάλο σώμα με τριχωτά λέπια και κίτρινο χρωματισμό. Ζουν στις τροπικές χώρες και μόνο ο α. ο κοινός ζει στην Ευρώπη. Το έντομο αυτό, που είναι πολύ κοινό στη Σρι Λάνκα,… … Dictionary of Greek